Εισήγηση για την μελλοντική καταστροφή της Θίσβης

0
540

Θα αναφερθώ στη Θίσβη και στα τωρινά και μελλοντικά σχέδια καπιταλιστικής ανάπτυξης της περιοχής. Πρόκειται για ένα δήμο 4.500 περίπου κατοίκων, 30 χλμ. βορειοδυτικά της Θήβας, με παραλίες στον Κορινθιακό κόλπο, στις παρυφές του Ελικώνα.

Η ενασχόλησή μου ξεκίνησε πριν αρκετούς μήνες, όταν άρχισε μια κάποια κινητικότητα ορισμένων ατόμων γύρω από ζητήματα περιβαλλοντικής υποβάθμισης, όπως τα αποκαλούσαν, που τα προκαλούσαν έργα όπως ένα επικείμενο εργοστάσιο ηλκετρικής ενέργειας, ένας δρόμος ταχείας κυκλοφορίας, η ύπαρξη και εμπορική επέκταση ενός λιμανιού και τα διάσπαρτα αιολικά πάρκα στη γύρω περιοχή.

Η σύνθεση των χωριών είναι κατά βάση αγροτική, κτηνοτροφική και λίγο τουριστική. Από τα τέλη του ’70 λόγω εσωτερικής μετανάστευσης ο πληθυσμός ελαττώθηκε κατά πολύ, αλλά σχεδόν τετραπλασιάζεται το καλοκαίρι. Εδώ να προσθέσουμε πολλούς ελληνοαμερικάνους που μετανάστευσαν μετά το ολοκληρωτικό κάψιμο 3 χωριών του Δήμου στην Κατοχή. Πρόκειται για χωριά στα οποία δεν υπάρχει εν γένει μεγάλη ιδιοκτησία, αλλά δε θα χαρακτηρίζονταν και ως ιδιαίτερα φτωχά.

Υπάρχει μια προϊστορία ανάπτυξης στην περιοχή για την οποία η πλειοψηφία των κατοίκων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό. Το ’87 σχεδιαζόταν η εγκατάσταση εργοστασίου αλουμίνας και προωθήθηκε με τυμπανοκρουσίες η αναγκαστική απαλλοτρίωση χωραφιών σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές. Για λόγους πολιτικής πελατείας το ΠϑΣΟΚ ακριβοπλήρωσε τους αγρότες που πούλησαν τη γη τους για ένα «εθνικό έργο», όπως προβλήθηκε. Το συγκεκριμένο έργο δεν έγινε ποτέ, η έκταση όμως που ανήκε στην ΕΤΒΑεπανακαλλιεργήθηκε από τους κατοίκους, αλλά το 2001 μετατράπηκε σε ΒΙΠΕ, δηλ. μια από τις λίγες θεσμοθετημένες βιομηχανικές περιοχές της Ελλάδας.

Τότε δεν είχαμε αντιληφθεί ότι η Θίσβη προοριζόταν για βιομηχανική περιοχή μεγάλης κλίμακας, αφού αποτελεί προνομιακό χώρο για κράτος και κεφάλαιο λόγω της γειτνίασής της με την ϑθήνα, μειωμένης έως μηδενικής αντίστασης από την πλευρά των ντόπιων και ανυπαρξίας άλλου σχεδιασμού από την πλευρά του κράτους: γι’ αυτούς δεν παρουσιάζει αρχαιολογικό, τουριστικό ή άλλο ενδιαφέρον.

Ο τωρινός και μελλοντικός καπιταλιστικός σχεδιασμός στην περιοχή είναι τεράστιος:

1) Η ΒΙΠΕ λειτουργεί με πλήθος ελλείψεων και παρανομιών ακόμα και σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες: από ρυμοτομικές ελλείψεις, ελλείψεις περιβαλλοντικών μελετών, έργων υποδομής, διαχείρισης αποβλήτων.

2) Στεγάζει από το 2001 τη Σωληνουργεία Κορίνθου του ομίλου Στασινόπουλου, αυτή που έκλεισε στην Κόρινθο αφήνοντας πίσω της 6 νεκρούς εργάτες. ϑπό τους 500 εργαζομένους της οι 200 περίπου είναι Πακιστανοί με ή χωρίς χαρτιά, με δουλέμπορους να τους πηγαινοφέρνουν και 35 ευρώ μεροκάματο χωρίς ένσημα. Διαδίδει ότι δεν παράγει απόβλητα, τη στιγμή που τα εναποθέτει στην παρακείμενη παράνομη χωματερή του δήμου και λειτουργεί με προσωρινή άδεια από το νομάρχη.

3) Υπάρχει λιμάνι που φτιάχτηκε δίπλα σε αρχαιολογικό χώρο μέσα σ’ έναν κλειστό κόλπο, που με τη σειρά του βρίσκεται στον κλειστό Κορινθιακό κόλπο –κάτι που κάνει τις επιπτώσεις θαλάσσιας μόλυνσης καταστροφικές και αμετάκλητες. Παραχωρήθηκε για χρήση κατά προτεραιότητα στον όμιλο Στασινόπουλου (εκτός από τη Σωληνουργεία Κορίνθου το χρησιμοποιούν οι Ελβάλ και Χαλκόρ, δύο από τις πιο ρυπογόνες βιομηχανίες των Οινοφύτων, υπεύθυνες για τη χρόνια δηλητηρίαση των κατοίκων εκεί και όχι μόνο, τις οποίες σχεδιάζουν να τις μεταφέρουν στη Θίσβη). Το λιμάνι δεν έχει άδεια παρότι ακόμα και το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας έχει επανειλημμένως ζητήσει να βγάλουν και καμιά υποδομή διαχείρισης αποβλήτων. Σύμφωνα με τα τωρινά τους σχέδια μάλιστα θέλουν να το μετατρέψουν σε εμπορικό όπου θα διακινείται ένας τεράστιος όγκος εμπορευμάτων.

4) Κατασκευάζεται δρόμος ταχείας κυκλοφορίας με 4 λωρίδες που θα ξεκινά από τη ΒΙΠΕ, θα διέρχεται μέσα από τα χωράφια και θα καταλήγει στα Οινόφυτα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο έργο της περιφέρειας της Στερεάς Ελλάδας. Ουσιαστικά ο δρόμος μαζί με το λιμάνι, αν τα αφήσουμε να ολοκληρωθούν, θα εξασφαλίσουν την παγίωση της βιομηχανικής περιοχής. Ήδη κατά μήκος του στήνονται βιοτεχνίες, νέες επιχειρήσεις και ξεπουλιούνται τα χωράφια όσο όσο.

5) Mέσα στο σχεδιασμό τους υπάρχει ακόμα εμπορική σιδηροδρομική γραμμή Οινοφύτων-Θίσβης.

6) Το χειρότερο όλων είναι αυτό που έρχεται, το εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας 420 ΜW. Στα πλαίσια της απόφασης «απελευθέρωσης» της ηλεκτρικής ενέργειας, δηλ. ιδιωτικοποίησής της εντός της ενιαίας αγοράς της Ευρώπης, προωθείται ο διαχωρισμός της παραγωγής από την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Ο κάθε ιδιώτης δηλ. μπορεί να στήνει το δικό του εργοστάσιο. Πρόκειται για κολοσσούς και όχι μικρομεσαίους: η ιταλική Edison, ο Μπόμπολας, ο Στασινόπουλος. Θα λειτουργεί με φυσικό αέριο κάτι που σημαίνει ότι θα είναι ελάχιστα λιγότερο ρυπογόνο από αυτά του λιγνίτη. Οι ρύποι που θα εκπέμπονται θα περιέχουν διοξείδιο του άνθρακα, μονοξείδιο του αζώτου, οξείδια του θείου καθώς και θα υπάρχουν κατάλοιπα βαρέα μέταλλα, όπως ο υδράργυρος. Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων είναι ελλιπέστατη, με στοιχεία άλλης περιοχής και όχι της Θίσβης. Παρεμπιπτόντως, έχει στηθεί μια βιομηχανία τέτοιων μελετών που προσφέρουν ένα οικολογικό άλλοθι στους βιομήχανους, τη στιγμή που εκπονούνται κατά παραγγελία τους από χημικούς και μηχανολόγους, και εγκρίνονται από τους αρμόδιους υπαλλήλους της νομαρχίας άμεσα, γιατί οι τελευταίοι, πέρα από την πολιτική βούληση που δε διαθέτουν, δεν έχουν επίσης το χρόνο ή τις γνώσεις να τις ελέγξουν.

7) Τα διάσπαρτα αιολικά πάρκα στις γύρω περιοχές του δήμου είναι το τελευταίο από τον όλο σχεδιασμό στο οποίο θα αναφερθώ. Το ζήτημα της αιολικής ενέργειας μπαίνει τεχνηέντως εκβιαστικά: αν δεν είσαι υπέρ τότε αυτό σημαίνει ότι είσαι υπέρ της μόλυνσης από ορυκτά καύσιμα. Είναι η πρώτη φορά που οι καπιταλιστές χρησιμοποιούν ένα οικολογικό άλλοθι τόσο έντονα, εκμεταλλευόμενοι ακόμα και κινηματική λογική, τις οικολογικές ευαισθησίες του κόσμου, για να προωθήσουν την ιδέα του «πράσινου καπιταλισμού». Το ζήτημα της ενέργειας, όπως και κάθε άλλο άλλωστε, δεν είναι τεχνικό, αλλά πρωτίστως πολιτικό. Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι ποιος κερδίζει είτε με συμβατικά εργοστάσια είτε με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας; Γνωρίζουμε ότι τα αιολικά πάρκα επιδοτούνται έως και 70%, οι μεγάλοι όμιλοι που τα κατασκευάζουν γλυτώνουν πρόστιμα στο χρηματιστήριο των ρύπων για την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα από άλλα τους εργοστάσια αν παράλληλα παράγουν αιολική ενέργεια. Πρόκειται δηλ. συχνά για τους ίδιους καπιταλιστές που έχουν και συμβατικά εργοστάσια και είναι υπεύθυνοι για την τρύπα του όζοντος, ενάντια στην οποία υποτίθεται προωθείται η αιολική ενέργεια.

Στο Δήμο Θίσβης έχουν δοθεί 3 άδειες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά πάρκα και εκκρεμούν 22 νέες αιτήσεις.

Γενικά στη Βοιωτία σχεδιάζεται μια υπερσυσσώρευση ενεργειακής παραγωγής. Προορίζεται να γίνει το ενεργειακό κέντρο της Ελλάδας (τη στιγμή που σύμφωνα με τον κρατικό χωροταξικό σχεδιασμό η Θεσσαλία πχ θα αποτελεί την καρδιά της καπιταλιστικής αγροτικής παραγωγής -βλ. εκτροπή ϑχελώου- και η Κρήτη και η Πελοπόννησος κυριλοποιημένες λουτροπόλεις –βλ. το παρανάλωμα της Ηλείας). Προβλέπεται να παράγεται το 10% της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας από αιολική ενέργεια και το 40% της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας από συμβατικά θερμοηλεκτρικά.

Συνολικά στη Βοιωτία θα γίνουν 7 θερμοηλεκτρικά εργοστάσια με φυσικό αέριο και 1 με άνθρακα. Στην όλη εφιαλτική εικόνα να προσθέσουμε τους απαραίτητους πυλώνες μεταφοράς υψηλής και υπερυψηλής τάσης που θα διαπερνούν τη Βοιωτία, η κατασκευή των οποίων συνεπάγεται καταστροφή δασών και δασικών εκτάσεων. Παρεμπιπτόντως, η πυρκαγιά τον περασμένο Ιούλιο στον Ελικώνα εντελώς «συμπτωματικά» μπήκε σε περιοχή που προορίζεται για αιολικό πάρκο.

Κάπως έτσι σκιαγραφείται το τοπίο της επέλασης των επενδυτών στο νομό και στο Δήμο Θίσβης συγκεκριμένα. Η αντίδραση σ’ αυτά προέρχεται από μια κίνηση -και σε καμιά περίπτωση κίνημα- ατόμων ως επί το πλείστον ϑθηναίων, κάτι που τους κάνει μεν να είναι καλύτεροι γνώστες των «αγαθών» της ανάπτυξης, έχοντάς τα γνωρίσει από κοντά, αλλά από την άλλη δυσχεραίνει την επικοινωνία με τους ντόπιους. Σ’ αυτούς να προσθέσουμε μια μικρή μερίδα παραθεριστών που δεν κατάγονται καν από την περιοχή, καθώς και αρκετούς ελληνοαμερικάνους, συνταξιούχους κυρίως, πρώην βιομηχανικούς εργάτες σε κάποια φάση της ζωής τους στις ΗΠΑ, που γυρνώντας στο ειδυλλιακό, όπως φαντάζονταν, χωριό τους, αντικρύζουν ένα νέο Ντιτρόιτ. Η ταξική σύνθεση όσων αντιδρούν είναι αρκετά αδύναμη, αφού συσπειρώνει λίγους προλετάριους, η δε πολιτική δεν είναι λιγότερο προβληματική: από απολιτίκ έως γενικώς αριστερή, με σαφή υποστήριξη της «ήπιας ανάπτυξης», του οικοτουρισμού, των βιολογικών καλλιεργιών, ενός εν ολίγοις «ήπιου» καπιταλισμού. ϑπουσιάζει, σε γενικές γραμμές μια κριτική του κεφαλαίου και του κράτους, και αντίθετα υπάρχει μια εμμονή στην αναγκαιότητα πίεσης του κράτους για τη δημιουργία ενός Χωροταξικού Σχεδίου, που υποτίθεται θα αποτελέσει εγγύηση για μια βιώσιμη ανάπτυξη και σαφή οριοθέτηση των χρήσεων γης. Είναι προφανής η ψευδαίσθηση ότι το κράτος θα σεβαστεί τους κανόνες, κάτι που προδίδει την πίστη στην υποτιθέμενη ουδετερότητα του κράτους ενάντια στα «μεγάλα συμφέροντα», τη στιγμή που ο όλος σχεδιασμός αποτελεί μια κεντρική επιλογή του καπιταλιστικού, ενάντια στις αριστερές αυταπάτες, κράτους. Κατά τα λοιπά, κυριαρχεί ένας έντονος συναισθηματισμός που σε μεγάλο βαθμό είναι υπεύθυνος για έναν εμφανή τοπικισμό («να σώσουμε τη Θίσβη μας», ή κάπως βελτιωμένα, «να σώσουμε τη Βοιωτία μας»). Διαδικαστικά, η επιτροπή που σχηματίστηκε λειτουργεί περισσότερο ως ομάδα πίεσης, με λίγα άτομα να παίρνουν πρωτοβουλίες στα πλαίσια μιας άτυπης εργολαβικής ανάθεσης, ως «γνώστες» και «πιο ικανοί». Έχουν οργανωθεί αρκετές δημόσιες συζητήσεις, με πιο μαζική αυτή του καλοκαιριού, όπου όμως περίπου 300 άτομα επιδοκίμασαν όσα άκουσαν για να δώσουν σιωπηρά τη συγκατάθεσή τους …να τρέξουν οι λίγοι που κινούνται.

Στη Βοιωτία γενικότερα έχει δημιουργηθεί ένα ευρύτερο σχήμα, η Συμπαράταξη Βοιωτών για το Περιβάλλον, που συντονίζει τις δράσεις των τοπικών επιτροπών και που μοιραία χαρακτηρίζεται από τα ίδια προβλήματα: όσοι την αποτελούν δεν είναι ακριβώς εκπρόσωποι ζωντανών επιτροπών και κινηματικών διαδικασιών. Στο ενεργητικό της έχει το κονβόι της 1ης Ιουλίου, όπου ξεκινώντας από 3 σημεία στη Βοιωτία ένας αξιοπρεπής αριθμός ατόμων έφτασε σε ένα κεφαλοχώρι και έκανε πορεία και συγκέντρωση εκεί, μια πορεία στη Λιβαδειά και παρέμβαση στο Νομαρχιακό Συμβούλιο, καθώς και μικρές συγκεντρώσεις σε μερικά σημεία της Βοιωτίας.

Οφείλω βέβαια να παραδεχθώ, πέρα από τις ανωτέρω κριτικές, που αποτελούν και αυτοκριτική στο βαθμό που συμμετέχω, ότι οι αντικειμενικές δυσκολίες είναι υπαρκτές. Είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για μια άνιση μάχη. Όσοι αντιστεκόμαστε τα βάζουμε με κολοσσούς. Σ’ αυτό όμως προστίθεται και η άγνοια ή αδιαφορία πολλών ντόπιων αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ιδεολογία της ανάπτυξης που έχει κυριεύσει τα μυαλά των περισσότερων. ϑυτή πολύ απλά εξισώνεται με φράγκα. Υπάρχει μια επαρχιώτικη βουλιμία που απαιτεί ανάπτυξη με κάθε κόστος, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει μόλυνση και καταστροφή. Για μια μικρή μερίδα που ήδη κάνει μπίζνες με το υπάρχον εργοστάσιο, τα συμφέροντα είναι προφανή. Κάποιοι άλλοι υπερασπίζονται τις θέσεις εργασίας τους και λίγοι φτάνουν σε ακραία σημεία ταύτισης με τα αφεντικά τους. (Χαρακτηριστικά, σε μια συζήτηση, εργαζόμενος της Σωληνουργίας μου δήλωσε ότι, προφανώς, για το «εργατικό ατύχημα» της Κορίνθου υπεύθυνοι ήταν οι ίδιοι οι εργάτες). Γενικά, κυριαρχεί η επίκληση του προβλήματος της ανεργίας και είναι συχνή η κατηγορία εναντίον όσων αντιδρούν ως «βολεμένων οικολόγων» που αδιαφορούν για την ανάπτυξη του τόπου. Το επιχείρημα της ανεργίας είναι φυσικά σοβαρό, ακόμα κι αν συχνά αποδεικνύεται έωλο (στο εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας οι θέσεις εργασίας θα είναι εξαιρετικά περιορισμένες και θα απασχολούνται εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, άρα ελάχιστα αφορά τους ντόπιους). Ουσιαστικά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την αντίφαση όπου απέναντι σε όσους από μας αγωνίζονται ενάντια στην καταστροφική καπιταλιστική ανάπτυξη βρίσκονται εργάτες των οποίων η επιβίωση εξαρτάται ακριβώς από αυτήν την ίδια καταστροφική ανάπτυξη. Φαινόμαστε αρκετά αδύναμοι σ’ αυτό το κομβικό σημείο, γιατί φυσικά δεν είμαστε ούτε εργοδότες ούτε κόμμα ή πολιτικοί να προσφέρουμε «άλλες» θέσεις εργασίας ή κάποιο «ολοκληρωμένο μοντέλο» μιας «άλλης ανάπτυξης». Εδώ ωστόσο εμφανίζονται και τα όρια του αριστερού ή απολιτίκ οικολογικά ευαίσθητου λόγου: χωρίς κριτική στην καπιταλιστική ανάπτυξη, δηλ. στο ίδιο το κεφάλαιο και το κράτος του, οι αναφορές σε «ήπιες» αναπτύξεις, παραδοσιακή γεωργία κλπ, τη στιγμή που το κεφάλαιο έχει προγράψει συγκεκριμένες περιοχές ως βιομηχανικές χαβούζες, ακούγονται αστείες. Η δική μας δύναμη, όσων τοποθετούμαστε αντικαπιταλιστικά, αντίθετα, βρίσκεται στο να βάζουμε τα ζητήματα συνολικά: πως είναι η ζωή μας συνολικά εντός των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, γιατί γίνονται όλα αυτά και ποιους εξυπηρετούν, πως και γιατί κάποιοι ντόπιοι φτάσαν να προσδοκούν με αγωνία μια κακοπληρωμένη θέση βιομηχανικού εργάτη σε εργοστάσια που θα εκμεταλλεύονται τους ίδιους και θα καταστρέφουν το περιβάλλον (τους); Στους πρώην αγρότες και νυν άνεργους πρέπει να τεθεί το ερώτημα γιατί έχουν στερηθεί τα μέσα παραγωγής τους και προορίζονται για βιομηχανικοί εργάτες σήμερα, όπως οι παππούδες τους πριν 50 χρόνια, που εξαιτίας της καταστροφής που προκάλεσε ο καπιταλισμός μέσω του πολέμου τότε, πήγαν εργάτες στις ΗΠϑ; Γιατί επαναλαμβάνεται η ίδια ιστορία; Τα νέα εργοστάσια δε θα καταστρέψουν τις προϋποθέσεις γεωργίας, κτηνοτροφίας, αλιείας και θα δημιουργήσουν τις νέες γενιές εξαρτημένων απ’ αυτά προλετάριων; Μ’ άλλα λόγια, η αντικαπιταλιστική οπτική θέτει ζητήματα εντός του αγώνα και δεν προσφέρει έτοιμες λύσεις. Στους νυν εργάτες τα κοινά σημεία μπορεί να αναζητηθούν στην αντίστασή τους στη δική τους εκμετάλλευση πρώτα απ’ όλα. ϑν αυτή απουσιάζει, η όποια επαφή είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Σύμφυτα με το ιδεολόγημα αλλά και την πολύ υλική πραγματικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι τα διάχυτα φαινόμενα εξάρτησης και ιθαγενισμού που αρχίζουν και παρατηρούνται. Οι καπιταλιστές εμφανίζονται ως ευεργέτες των περιοχών και μέσα από χορηγίες αναπτύσσουν σχεδόν φεουδαρχικού τύπου σχέσεις με την ντόπια κοινωνία (πχ ο σύλλογος νεολαίας του Δήμου Θίσβης ζήτησε και πήρε χορηγία από τη Σωληνουργεία Κορίνθου για διοργάνωση αγώνα beach volley, ο Μυτιληναίος στην ϑντίκυρα πρόσφερε ασθενοφόρο στον εκεί Δήμο κ.α.)

Ο ρόλος της δημοτικής εξουσίας ήταν και είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην ευόδωση του όλου σχεδιασμού ερημοποίησης της περιοχής και αρκετά ύπουλος. Ενώ φροντίζει να δίνει μια έξωθεν αγωνιστική μαρτυρία (κάποιες προσφυγές που θα εκδικαστούν χρόνια αργότερα, κορώνες ενάντια στα επικείμενα εργοστάσια), φροντίζει να μεσολαβεί στις προσλήψεις στη Σωληνουργεία και να προωθεί την άποψη ότι το μέλλον της περιοχής πρέπει να είναι αυτό των …Οινοφύτων. ϑρκετοί ντόπιοι είναι εξαρτημένοι από τη δημοτική εξουσία, ιδιαίτερα οι μικρομαγαζάτορες, και δύσκολα παίρνουν θέση ανοιχτά. ϑναμενόμενες ήταν, επίσης, οι απειλές και οι επιθέσεις σε μέλη της επιτροπής που προς το παρόν είναι φραστικές, «ενοχλήσεις» από μπάτσους κ.α.

Ωστόσο, έχουν καταφερθεί αρκετά πράγματα μέχρι τώρα, αν και σε καμιά περίπτωση δεν αντιστοιχούν στο μέγεθος των προβλημάτων και των απαιτήσεων του αγώνα. Πρώτα απ’ όλα, ενώ πριν κυριαρχούσε μια ηχηρή σιωπή ή και βροντερή επιδοκιμασία, τα αναπτυξιακά σχέδια τώρα αποτελούν ζήτημα. Κάποιοι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν πιο θαρρετά, το όλο ζήτημα κουβεντιάζεται. ϑπ’ την άλλη, σε μεγάλο βαθμό, η τοπική εξουσία έχει ξεγυμνωθεί και οι κριτικές εναντίον της έγιναν συχνότερες.

Υπάρχει ως προοπτική μια σειρά κάποιων κινητοποιήσεων, αν και ο εγκλωβισμός στο ζήτημα της νομιμότητας εξακολουθεί και αποτελεί μεγάλη τροχοπέδη. Είναι κυρίαρχη η άποψη ότι στοχεύουμε στις παρανομίες τους, άρα εξίσου κυρίαρχη η απροθυμία πρώτα απ’ όλα να εξεταστεί τι είναι νομιμότητα και τι παρανομία από κινηματική άποψη και κατά δεύτερον να επιλεχθούν πιο δυναμικές ενέργειες. Το ζήτημα του τοπικισμού αποτελεί εξίσου σοβαρό εμπόδιο, για τον επιπλέον λόγο ότι δεν τίθεται πολιτικά, αλλά κάτω από το μανδύα είτε του συναισθηματισμού είτε του πρακτικισμού («εδώ δεν μπορούμε να τους ξεκουνήσουμε στον τόπο τους, για τα Οινόφυτα θα νοιαστούν»;) Και, φυσικά, παραμένει ανοικτό το στοίχημα αν τέτοιου είδους κινήσεις μπορούν να συνδέσουν τη λεηλασία και καταστροφή της φύσης με τη λεηλασία και καταστροφή της ίδιας μας της ζωής…

Κατερίνα,

από την Επιτροπή Αγώνα Θίσβιων ενάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος

7-11-2007