Για το νέο λιμάνι της Νάξου

0
346

Eισήγηση συντρόφων για το λιμάνι της Νάξου στο διήμερο της Ανοιχτής Συνέλευση από το λόφο του Στρέφη

…Η υπόθεση λιμάνι ήρθε σε μια στιγμή που ένας αντιαναπτυξιακός πόλος είχε αρχίσει να μορφώνεται και να γίνεται διακριτός με βάση την εμπειρία από αγώνες ενάντια στο αεροδρόμιο, στις ανεξέλεγκτες χωματερές, στην καταστροφή των ελεύθερων χώρων μέσα στην πόλη. Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο στο βαθμό που η πολιτική δράση σε μια μικρή επαρχία δεν προσλαμβάνει συνήθως τα επιθυμητά κινηματικά χαρακτηριστικά…

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΝΑΞΟΥ

Πολύ συχνά στην επαρχία επικρατεί ένα αίσθημα μειονεξίας και υστέρησης σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα όπου η ζωή και η εξέλιξη καθώς και οι προσφερόμενες υπηρεσίες είναι κατά τι πιο γρήγορες ή φαντάζουν καλύτερες. Βέβαια έχουμε περάσει ανεπιστρεπτί από την εποχή του εξηλεκτρισμού της υπαίθρου και της διάνοιξης των πρώτων αγροτικών δρόμων που έφερναν δόξα και θαυμασμό για τους τότε μεσσίες της ανάπτυξης. Σίγουρα τα νησιά δεν αποτελούν πλέον τόπους εξορίας και η καθημερινότητα, παρόλα τα προβλήματα, δεν είναι τόσο σκληρή ώστε να εξαναγκάζονται οι περισσότεροι στη μαζική μετανάστευση όπως σε περασμένες δεκαετίες.

Από την άλλη θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν είναι κάτι ενιαίο όσο κι αν η γεωγραφία τα κατατάσσει σε μια ενότητα. Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλές διαφορετικές ταχύτητες ανάπτυξης (ακόμα και μέσα στο ίδιο νησί), διαφορετική ένταση των προβλημάτων και βέβαια οικονομικές ανισότητες.

Πέρυσι την άνοιξη εκατοντάδες ναξιώτες παρασυρμένοι από τη δημαγωγία των αρχών κατέβαιναν στο συλλαλητήριο που οργάνωσε ο δήμος και οι φορείς-παραρτήματά του υπέρ του νέου λιμανιού. Τότε υπεραμύνονταν της αναγκαιότητας να δένει το κρουαζιερόπλοιο δέκα βήματα από το ναό του Απόλλωνα καλύπτοντας με τον όγκο του την αρχαία πύλη ή ακόμα την δυνατότητα να δένουν τέσσερα πλοία ταυτόχρονα στο νέο υπερλιμάνι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ούτε η πόλη ούτε οι δρόμοι μπορούν να αντέξουν το συνωστισμό ανθρώπων και κυρίως οχημάτων. Στην ουσία είχαν πειστεί από την προπαγάνδα των τοπικών αρχών ότι μεγάλο λιμάνι σημαίνει περισσότερος τουρισμός άρα περισσότερα έσοδα.

Επιπλέον τα έργα υποδομής –λιμάνια, αεροδρόμια, μεγάλοι δρόμοι όπως ο περιφερειακός που σχεδιάζουν στη Νάξο τα τοπικά τζίνια της ανάπτυξης- περιβάλλονται με έναν κοινωφελή χαρακτήρα, πράγμα που συσκοτίζει τις πραγματικές σκοπιμότητες και τα συμφέροντα που καραδοκούν να επωφεληθούν. Πολλές φορές μάλιστα το μέτωπο των συμφερόντων συμπεριλαμβάνει μικροϊδιοκτήτες, εμπόρους γης και άλλους, πλάι στους επενδυτές, τις κατασκευαστικές, τους μελετητές, τους πολιτικούς κλπ. Η ρητορεία της ανάπτυξης δε σηκώνει λοιπόν αμφισβήτηση αφού ταυτίζεται με την πρόοδο και με όλες εκείνες τις αξίες που ωθούν την ανθρώπινη ζωή προς τα εμπρός, προς το βέλτιστο, ανεξαρτήτως μάλιστα τάξης. Μιλάμε για μια δοξασία της οποίας η θρησκευτικότητα είναι τόσο απόλυτη ώστε αυτόματα οι αντιρρησίες κατατάσσονται στους αιρετικούς του σύγχρονου πολιτισμού.

Τις ημέρες του συλλαλητηρίου η συνήθης προσφώνηση για όλους όσοι αντιταχθήκαμε στο μεγάλο λιμάνι ήταν ότι είμαστε οι «καταστροφείς του τόπου» ενώ δεν έλειψαν και οι απειλές βίας που δεν εφαρμόστηκαν για το φόβο των αντιποίνων. Όσο για τους θεσμικούς –βουλευτάδες, πολιτικάντηδες και βλαχοδήμαρχους- αυτοί μίλησαν για «Ταλιμπάν της Οικολογίας», για «ακραίο οικολογικό φανατισμό», μας προέτρεψαν σε μεταδημοτεύσεις απειλώντας στην πραγματικότητα με εκτοπισμούς σε άγονα ακατοίκητα νησιά που αφθονούν πέριξ της Νάξου.

Στο τέλος, μπρος στη διαφαινόμενη ήττα τους στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ο δήμαρχος μίλησε για «ανοχύρωτο κράτος» μπροστά στην ασυδοσία της κοινωνίας(!) συμφωνώντας με τη βουλευτή του Νομού για την ανάγκη να περιοριστούν οι δυνατότητες των πολιτών να ελέγχουν την εξουσία.

Όλα αυτά γίνονται απολύτως κατανοητά αν αναλογιστεί κανείς ότι σήμερα στα νησιά έχει στηθεί μια μπίζνα, ένα ατελείωτο φαγοπότι από εμπόρους γης, πολυεθνικές του ταξιδιού, μεγαλοεπιχειρηματίες, επενδυτές και κατασκευαστικές που κερδοσκοπούν από το πεδίο του τουρισμού και των παραθεριστικών κατοικιών μέχρι και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εξού κι έχουμε σήμερα ειδικές χωροθετήσεις, ρυθμίσεις και νόμους που ευνοούν όλες τις παραπάνω δραστηριότητες. Το χωροταξικό του Σουφλιά για τον τουρισμό είναι ίσως το πιο ενδεικτικό, αφού αναδεικνύει την παραθεριστική κατοικία σαν πρώτιστη αναπτυξιακή προτεραιότητα και στρατηγική επιλογή του ελληνικού κράτους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις υπάρχουν αυτή τη στιγμή 4.000.000 αλλοδαποί υποψήφιοι αγοραστές για εξοχικά, με πρώτο πλάνο ανέγερσης 1.000.000 κατοικίες. Υπολογίζεται ότι τα επόμενα χρόνια πάνω από 10 δις ευρώ θα δαπανηθούν από εγχώριες και ξένες κατασκευαστικές εταιρείες. Ήδη σε πολλούς νομούς της χώρας, με πρωτοπόρο το νομό Χανίων, οι νομαρχίες και οι ΟΤΑ έχουν ξεκινήσει εκστρατεία για την προσέλκυση και τη διευκόλυνση των μεγαλοεπενδυτών. Χαρακτηριστικά, ήδη τα τελευταία δυο χρόνια πάνω από το 10% της Ίου έχει πουληθεί σε ξένους επενδυτές και σε κατασκευαστικές. Τα τελευταία 16 χρόνια στην Πάρο έχουν χτιστεί 3.000 νέα κτίρια, αριθμός που αντιστοιχεί στο σύνολο των κτιρίων που έχουν κατασκευαστεί από καταβολής του νησιού. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στη Νάξο όπου την τελευταία δεκαετία αδειοδοτήθηκαν 4.200 οικοδομές. Εκεί βέβαια που το χτύπημα είναι τελειωτικό είναι στα μικρά νησιά όπως η Σίκινος, η Δονούσα και τα Κουφονήσια, όπου πλέον είναι ελάχιστη η γη που δεν έχει σφραγιστεί από το μπετόν. Είναι ευνόητο ότι με το χωροταξικό του Σουφλιά θα δοθεί η χαριστική βολή, αφού θα μπορούν να εκποιήσουν και περιοχές  που προστατεύονται από τη συνθήκη Natura, οικότοποι όπως η Σαρία της Καρπάθου, βραχονησίδες, ενώ σε μικρά νησιά όπως ο Αη Στράτης και η Ελαφόνησος θα μπορούν να χτίζονται ξενοδοχειακά συγκροτήματα ή εξοχικές κατοικίες με όρους ξενοδοχείου. Επίσης δίνονται πολεοδομικά κίνητρα για σύνθετες τουριστικές εγκαταστάσεις που περιλαμβάνουν ξενοδοχεία, παραθεριστικές κατοικίες, γήπεδα γκολφ και άλλα, όπως η κατασκευή τουριστικού χωριού στο Βάι της Κρήτης ή τα επενδυτικά σχέδια του εφοπληστή Κωνσταντακόπουλου στη Μεσσηνία. Επιπλέον το νέο σχέδιο συμπεριλαμβάνει στις οχλούσες χρήσεις τη γεωργία καταδεικνύοντας ότι η διάλυση του πρωτογενή τομέα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή της τουριστικής μονοκαλλιέργειας.

Εκατοντάδες μικρές ή μεγάλες τέοιες επενδύσεις σχεδιάζονται ή και υλοποιούνται αυτή τη στιγμή σε όλο τον ελλαδικό χώρο και οι περισσότερες επιδοτούνται από τον αναπτυξιακό νόμο. Η κινητικότητα αυτή είναι ζωτικής σημασίας για την εξουσία γιατί, αφενός, της επιτρέπει να σταθμίζει ανταλλάγματα και οφέλη ώστε να συντηρεί και να αναπαράγει το υφάδι της πολιτικής πατρωνίας που την καθιστά το ρυθμιστή και εντέλει βασικό συντελεστή στην καπιταλιστική συσσώρευση και αφετέρου ενισχύει τη δυνατότητά της για έλεγχο και κυριαρχία. Είναι φανερό ότι μέσα σ’ αυτό τον παροξυσμό κερδοφρένειας που έφερε η μεγάλη αναπτυξιακή ιδέα (δεν είναι τυχαίο ότι μετά την ολυμπιάδα οι περισσότερες κατασκευαστικές έχουν στραφεί στα νησιά), οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποζητούν το μερίδιο που τους αναλογεί. Οι όποιες αντιρρήσεις τους έχουν να κάνουν με το παζάρι στα πόσα καθρεφτάκια θα λάβουν για να αφήσουν την εγκατάσταση αιολικών πάρκων ή με τι αντάλλαγμα θα κάνουν τα στραβά μάτια στις αλληλοδιαδοχικές πολεοδομικές παρατυπίες ή πόσο να ξεπουλήσουν την κοινοτική γη.

Η συγκεντροποίηση της εξουσίας που προήλθε μετά τον Καποδίστρια και την υπαγωγή των κοινοτήτων σε ενιαίους δήμους περιόρισε δραστικά κάθε δυνατότητα ελέγχου ή ακόμα και παρέμβασης στα διοικητικά των δήμων. Παράλληλα, με το πρόσχημα της έλλειψης πόρων και χρηματοδοτήσεων από το κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι δήμοι γίνονται ο προθάλαμος για την εκποίηση κοινωνικών αγαθών και την παράδοση κάθε είδους υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα, ενώ πρωτοστατούν στην καθιέρωση άθλιων συμβάσεων εργασίας για τους υπαλλήλους τους. Οι δήμοι πλέον οργανώνουν δημοτικές επιχειρήσεις με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια ενώ το μέλλον των νησιών και οι στρατηγικές ανάπτυξης σχεδιάζονται από τουριστικούς μεγαλοπράκτορες και επιχειρηματίες, ξενοδόχους, εργολάβους και εμπόρους γης.

Όλοι οι παραπάνω κύριοι είναι ο εσμός που πρωτοστάτησε στο κυνήγι μαγισσών που έλαβε χώρα στο νησί τον περασμένο χειμώνα. Ωστόσο, για την ιστορία, δεν σηκωθήκαμε ένα ωραίο πρωινό και ξάφνου αποφασίσαμε να σταματήσουμε το νέο λιμάνι που σχεδίαζαν. Η αντιπαλότητα ξεκινά από το 1994 όταν και πάλι διαδραματίστηκε μια κεντρική αντιπαράθεση γύρω από την κατασκευή ή όχι ενός μεγάλου αεροδρομίου που θα δέχεται πτήσεις τσάρτερ απευθείας από το εξωτερικό. Το μεγάλο αγκάθι στην προ-Καποδίστρια εποχή ήταν το ανεξέλεγκτο των μικρών κοινοτήτων. Στο νησί εκείνη την περίοδο οι 19 από τις 22 κοινότητες για διάφορους δικούς τους λόγους αντιτάχτηκαν στο έργο, ενώ αντίθετα δεκατρία χρόνια αργότερα στον ενιαίο πλέον δήμο υπήρξε απόλυτη ομοφωνία ως προς την αναγκαιότητα του νέου αεροδρομίου.

Η υπόθεση λιμάνι ήρθε σε μια στιγμή που ένας αντιαναπτυξιακός πόλος είχε αρχίσει να μορφώνεται και να γίνεται διακριτός με βάση την εμπειρία από αγώνες ενάντια στο αεροδρόμιο, στις ανεξέλεγκτες χωματερές, στην καταστροφή των ελεύθερων χώρων μέσα στην πόλη. Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο στο βαθμό που η πολιτική δράση σε μια μικρή επαρχία δεν προσλαμβάνει συνήθως τα επιθυμητά κινηματικά χαρακτηριστικά. Άλλωστε και στο εσωτερικό αυτού του πόλου πολλά ζητήματα παραμένουν άλυτα. Η στήριξη ή μη λογικών ήπιας και αειφόρου ανάπτυξης, η υιοθέτηση ή η απαξίωση των θεσμικών αντιλήψεων, ο τρόπος απεύθυνσης στην κοινωνία συνιστούν ένα αντιφατικό όσο και προκλητικό πεδίο διαπάλης. Με βάση τις τοπικές ιδιομορφίες η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας συσπείρωσε μια κοινωνική μειοψηφία σε μια εύθραυστη συμμαχία που ωστόσο πέτυχε ως ένα βαθμό το σκοπούμενο: άνοιξε στην τοπική κοινωνία τη συζήτηση γύρω από το έργο και όλα όσα συνδέονται μ’ αυτό. Ωστόσο η επιτροπή ενάντια στο μεγάλο λιμάνι της Νάξου είχε ακόμα πιο θεμελιώδεις ανεπάρκειες και ερωτηματικά, όπως κατά πόσο πρέπει να γίνει αγώνας, αν πρέπει να δρούμε συλλογικά, αν η υπόθεση είναι πολιτική ή νομική και ως εκ τούτου αν είναι απαραίτητη η παρέμβαση και η επικοινωνία με την υπόλοιπη κοινωνία ή όχι. Το κύριο άγχος, για να μην πούμε άγος, κάποιων μελών της επιτροπής ήταν να μην εμφανιστούν σαν ομάδα, με απτό και ορατό αποτέλεσμα να παρουσιαστεί ένα τεράστιο έλλειμμα στην κοινωνική απεύθυνση, όπου η πληροφόρηση, ο λόγος και η δράση έλαμψαν διά της απουσίας τους. Έμεινε έτσι να κυριαρχεί ο λόγος και η προπαγάνδα της αντίπερα όχθης, των λαλίστατων αρχόντων του δήμου και των τοπικών μμε. Έτσι λοιπόν περιμένοντας το δικαστικό θέσφατο χάθηκε πολύτιμος χρόνος για να δημιουργηθεί το όποιο κοινωνικό έρεισμα.

Σαν Αυτόνομη Πρωτοβουλία με τις παρεμβάσεις, τις αφισοκολλήσεις, τις συζητήσεις και τις αντιπαραθέσεις στο δρόμο, επιχειρήσαμε να καλύψουμε το κενό αλλά μπροστά στον ογκόλιθο του εξουσιαστικού λόγου χρειαζόταν περισσότερη μαγιά για να ζυμωθεί κοινωνικά ο αντίλογος στις αιχμές που τίθονταν καθημερινά.

Οι απαντήσεις δόθηκαν από την ίδια την πραγματικότητα όταν πέρυσι την άνοιξη ο δήμος μπρος στον ορατό κίνδυνο να ματαιωθεί το έργο εξαπέλυσε την ολοκληρωτική επίθεση. Σε συνεδριάσεις στο δημαρχείο δημοτικοί σύμβουλοι και μέλη επιτροπών πρότειναν λίστες προγραφών με τα ονόματα των αντιφρονούντων που πρέπει να αναρτηθούν σε κεντρικά σημεία της πόλης και σε μαγαζιά, ενώ με πρωτοβουλία ενός εκ των αντιδημάρχων δημιουργείται “επιτροπή αγώνα για την κατασκευή του λιμανιού”. Τότε εξαγγέλθηκε συλλαλητήριο για τις 26 Μάρτη. Ακριβώς σε κείνο το κρίσιμο σημείο, η Αυτόνομη Πρωτοβουλία πραγματοποιεί παρέμβαση στη Χώρα με προκηρύξεις, αφίσες και τρικάκια ενάντια στο κλίμα τρομοκρατίας και στα πογκρόμ καταδεικνύοντας ότι αυτό το κλίμα εκπορεύεται από τις αρχές επιχειρώντας να αποσπάσουν την κοινωνική συναίνεση στην περιθωριοποίηση όσων αντιστέκονται.

Έγινε τότε αντιληπτό από πολλά μέλη της επιτροπής για το λιμάνι ότι οι μάχες δίνονται με πράξεις και λόγο στο δρόμο και στην κοινωνία κι όχι μόνο στις δικαστικές αίθουσες και στα δικηγορικά γραφεία. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν να γίνουμε σημείο αναφοράς σε όσους αισθάνονταν απομονωμένοι και εκ των πραγμάτων αναζήτησαν την αλληλεγγύη στη συλλογικότητα … Η αντίσταση ήταν πρώτιστα θέμα ύπαρξης και αξιοπρέπειας και τελικά αποδείχτηκε αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης σε κοινωνικό επίπεδο. Γιατί αυτό που έμπαινε υπό αίρεση ήταν αυτοί καθαυτοί οι όροι της πολιτικής και κοινωνικής δράσης πάνω στο νησί για τις αντιλήψεις και ομαδοποιήσεις που δεν συντάσσονται με την κυρίαρχη ιδεολογία. Έτσι, ενώ οι κοινωνικοί συσχετισμοί μπορεί να ευνόησαν πρόσκαιρα την ολιγαρχία του τόπου, εντούτοις οι τραμπουκισμοί και η καταγγελία που αρθρώσαμε τους εξέθεσαν στα μάτια πολλών συντοπιτών μας –ακόμα και σε μερικούς που ήταν υπέρ του λιμανιού. Εντέλει, αποτέλεσμα αυτής της μάχης υπήρξε η μετατόπιση ενός κοινωνικού κομματιού σε πιο ριζοσπαστικές θέσεις από εκείνες που είχαν πριν την υπόθεση.

Η ανάπτυξη δεν είναι απλά ένα ιδεολόγημα αλλά μια απτή βιωμένη πραγματικότητα που επισύρει μαζί της μια μυθολογία για να τροφοδοτεί με ψευδαισθήσεις τον κόσμο έτσι ώστε το σύστημα απρόσκοπτα να ανανεώνει τις πηγές πλουτισμού και κυριαρχίας του. Άλλωστε τα θύματα αυτής της γοργά εξελισσόμενης διαδικασίας είναι οι αποκλεισμένοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Οι μικροί αγρότες, που μετατρέπονται σε κολλίγους των πολυεθνικών, οι προλετάριοι, με την εντατικοποίηση και την ανεργία, οι νεολαίοι και οι μετανάστες στα γκέτο των μεγαλουπόλεων που στερούνται από κάθε πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά, ακόμα και οι μικροί επαγγελματίες που προλεταριοποιούνται και φυτοζωούν, συνιστούν τη γεωγραφία της ανάπτυξης που αποτυπώνει τις ταξικές και κοινωνικές αντιθέσεις και ανισότητες.

Για τη Νάξο η τουριστική ανάπτυξη σήμανε τη ραγδαία αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού, την υποχώρηση του κοινοτικού πνεύματος και την ενίσχυση της εξατομίκευσης και του ωφελιμισμού. Αυτή η διαδικασία αντικατοπτρίζεται σε διάφορα πεδία όπως για παράδειγμα στην αρχιτεκτονική όπου χάθηκε οριστικά ο άγραφος εθιμικός κανόνας που εξασφάλιζε την ελεύθερη πρόσβαση στον ανοιχτό ορίζοντα, τον ηλιασμό και τον αερισμό αλλά ακόμα και τη ρύθμιση των οικοδομών έτσι ώστε να εξυπηρετούν την άνετη κίνηση ανθρώπων και ζώων.

Σήμερα πια η εισβολή του αστικού τοπίου με όλα τα δύσμορφα και ετερόκλητα χαρακτηριστικά του και η κυριαρχία του στη φύση, έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον που δεν είναι ούτε πόλη ούτε ύπαιθρος. Η κοινωνικότητα και η κανονικότητα ορίζεται όχι με βάση τις συλλογικές ανάγκες και διεκδικήσεις αλλά με γνώμονα το ατομικό συμφέρον και με συντονιστή το lifestyle και τους ρόλους που προωθούν η τηλεόραση και τα μμε.

Κάτι ανάλογο ισχύει και στην αγροτική παραγωγή όπου υπάρχει μια σταθερή αποσάθρωση και συρρίκνωση του αγροτικού κόσμου, από τη μια εξαιτίας της ολοένα και μεγαλύτερης πίεσης πάνω στην αγροτική γη ως προς τη χρήση της για τουριστικούς σκοπούς, αλλά και από την έντονη τάση για συγκέντρωση, τυποποίηση και έλεγχο της παραγωγής.

Παλαιότερα στο νησί επικρατούσε η ισότητα της φτώχειας. Η αστική τάξη περιοριζόταν σε κάποιους λίγους εμπόρους και μαυραγορίτες της κατοχής, και τους γραμματιζούμενους, ορισμένοι από τους οποίους το έπαιζαν οι λιμοκοντόροι που διαμεσολαβούσαν για θελήματα ανάμεσα αφενός στους χωρικούς και αφετέρου στα αφεντικά και στα υπολείμματα της ενετικής αριστοκρατίας

Σήμερα δημιουργείται μια κοινωνία όπου το προλεταριάτο της τουριστικής βιομηχανίας, οι μικροαγρότες και κάποιοιοι ασθμαίνοντες μικροεπιχειρηματίες συνθέτουν τη σιωπηλή πλειοψηφία σε ένα θολό κοινωνικό τοπίο που παραμυθιάζεται ακόμη εύκολα και αδυνατεί να έρθει σε ρήξη με το πλέγμα της κομματικής και πολιτικής εξουσίας που τους κρατάει υποταγμένους και εξαρτημένους.

Η ανάπτυξη είναι συστατικό στοιχείο της καπιταλιστικής μηχανής, λειτουργεί λυτρωτικά και εσχατολογικά, ενώ η πεμπτουσία της έγκειται στην υποβίβαση των ανθρώπων σε ανθρώπινους πλουτοπαραγωγικούς πόρους κάτι που αντιστοιχεί στην αναγωγή της φύσης σε φυσικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους. Δεν είναι συμπτωματικό ότι αυτή την ορολογία και τις λογικές τις συναντάμε στα σχέδια περιβαλλοντικής διαχείρισης που εκπονούν οι θιασώτες της αειφορικής ανάπτυξης και γενικότερα στις περιβαλλοντικές μελέτες, αποδεικνύοντας πόσο είναι συνυφασμένοι με τη λειτουργία του κεφαλαίου και του κράτους.

Οπωσδήποτε, υπάρχουν διαβαθμίσεις ως προς τη χρήση και την προσαρμογή των διαφορετικών οικονομικών δραστηριοτήτων στο περιβάλλον. Μπορεί όμως στην πράξη η βιώσιμη ή αειφόρος ανάπτυξη να αποτελέσει μπούσουλα για τον γενικότερο οικονομικό και πολιτικό σχεδιασμό; Μέσα στο κλίμα του ανελέητου ανταγωνισμού της διεθνοποιημένης δικτατορίας των αγορών, όπου το κέρδος και η ατομική ιδιοκτησία κυριαρχούν, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι μπορεί να πρυτανεύσει τόσο η ισοτιμία και η σύνεση στη διαχείριση όσο και η οικολογία στο περιβάλλον. Η αειφορία σήμερα είναι το οικολογικό άλλοθι των ιθυνόντων, ένας γλωσσοδέτης στην ακατάληπτη κενολογία των πολιτικών, που στην ουσία της παραμένει ένας αντιφατικός γρίφος στα πλαίσια του υπάρχοντος συστήματος. Πρόκειται για ένα ευφυές τέχνασμα που αποδεικνύει την ικανότητα του συστήματος να ελίσσεται και να ενσωματώνει την ίδια του την αντινομία, παράγοντας μάλιστα και υπεραξία οικονομική, ιδεολογική και ηθική.

Αν κάθε πρόοδος όπως έλεγε ο Προυντόν είναι μια συντριπτική νίκη κατά της θεότητας, σήμερα θα πρέπει να επινοήσουμε τους τρόπους που θα μας επιτρέψουν να νικήσουμε τη σύγχρονη θεότητα που δεν είναι άλλη από την ίδια την πρόοδο και την ανάπτυξη. Οι εμπειρίες από τη δράση και τις παρεμβάσεις μας σε μια μικρή τοπική κοινωνία όπως η Νάξος έχουν τη ζωντάνια της ώσμωσης με τα κοινωνικά κομμάτια που υφίστανται την εκμετάλλευση και την ισοπέδωση. Σίγουρα η φερεγγυότητα στο χώρο και στο χρόνο εξαρτώνται τόσο από τη σταθερότητα, τη συνέπεια, και την επιμονή όσο και από την ακεραιτότητα των αντιλήψεων και των πρακτικών.